διακυβεύω

διακυβεύω
μετ.
1) бросать жребий; 2) рисковать (чём-л.), ставить на карту, подвергать опасности, риску (что-л.);

διακυβεύω τα πάντα — ставить всё на карту


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "διακυβεύω" в других словарях:

  • διακυβεύω — play at dice pres subj act 1st sg διακυβεύω play at dice pres ind act 1st sg διακυβεύω play at dice pres subj act 1st sg διακυβεύω play at dice pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβεύω — διακυβεύω, διακύβευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διακυβεύω — (Α διακυβεύω και διακυβῶ, άω) [κυβεύω] 1. παίζω κύβους, ζάρια 2. διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω …   Dictionary of Greek

  • διακυβεύω — διακύβευσα, διακυβεύτηκα, διακινδυνεύω, επιτρέπω σε κάτι επικίνδυνο να συμβεί ή να εξελιχθεί χωρίς να παρέμβω: Οι πράξεις της διακυβεύουν την αξιοπρεπή φήμη της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακυβεύουσιν — διακυβεύω play at dice pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διακυβεύω play at dice pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) διακυβεύω play at dice pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διακυβεύω play at… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβεῦσαι — διακυβεύω play at dice aor inf act διακυβεύω play at dice aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβεύειν — διακυβεύω play at dice pres inf act (attic epic) διακυβεύω play at dice pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβεύονται — διακυβεύω play at dice pres ind mp 3rd pl διακυβεύω play at dice pres ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβεύοντες — διακυβεύω play at dice pres part act masc nom/voc pl διακυβεύω play at dice pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβεύσαντας — διακυβεύω play at dice aor part act masc acc pl διακυβεύω play at dice aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακυβεύσων — διακυβεύω play at dice fut part act masc nom sg διακυβεύω play at dice fut part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»